Υπάρχει μια στιγμή στο “Shutdown”, ένα από τα πλατινένια singles του Skepta, που λέει πολύ περισσότερα από δεκάδες συνεντεύξεις. Η μουσική σχεδόν σιγεί, μένει ο ρυθμός, η φωνή και εκείνη η χαρακτηριστική εκφορά που δεν χρειάζεται να κάνει πολλά για να επιβληθεί στον ακροατή.
Η αυτοπεποίθησή του δεν προέρχεται από την επιτυχία. Η επιτυχία μοιάζει περισσότερο με αποτέλεσμα της αυτοπεποίθησης. Πολύ πριν γίνει διεθνές όνομα, πριν συνεργαστεί με τον Drake ή τον Kanye West, πριν το grime περάσει από τα υπόγεια του Λονδίνου στις μεγάλες σκηνές, ο νιγηριανής καταγωγής Βρετανός Joseph Junior Adenuga είχε ήδη αποφασίσει ότι δεν χρειάζεται την άδεια κανενός.
Υπήρξε η εποχή του “Rolex Sweep”, ενός κομματιού που έμοιαζε σχεδόν προκλητικά φτιαγμένο για να περάσει τα βρετανικά σύνορα. Ήρθε με ένα βίντεο που σήμερα μοιάζει σχεδόν κωμικό στην υπερβολή του, και για ένα μέρος της σκηνής ήταν η απόδειξη ότι ο Skepta είχε αρχίσει να κυνηγάει το εύκολο.
Οι κατηγορίες περί ξεπουλήματος δεν άργησαν. Το ίδιο συνέβη και με το “Doin’ It Again”, όπου η πιο ποπ παραγωγή και τα πιο εύκολα ρεφρέν έφεραν ακόμη περισσότερο κόσμο κοντά του, αλλά ταυτόχρονα τον απομάκρυναν από εκείνους που τον είχαν ακολουθήσει από τις ημέρες των πειρατικών σταθμών.
Μόνο που εδώ βρίσκεται μία από τις πιο χαρακτηριστικές πλευρές του χαρακτήρα του. Ο Skepta δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι επικρίσεις ήταν άδικες. Έκανε το αντίθετο: μπήκε μέσα, έμαθε τους κανόνες του και, όταν αποφάσισε ότι δεν τον εξυπηρετούσαν, γύρισε πίσω με πολύ μεγαλύτερη δύναμη.
Το Blacklisted ήταν το πρώτο μεγάλο σημάδι. Η grime φυλλοροούσε, ενώ η rap από την Αμερική ήταν τόσο ισχυρή, που έκανε τη βρετανική εκδοχή να ακούγεται σαν φτωχός συγγενής της. Ο Skepta κατάλαβε ότι το πρόβλημα δεν ήταν πως η grime έπρεπε να γίνει καλύτερη απομίμηση της Αμερικής. Ήταν ότι έπρεπε να θυμηθεί ποια ήταν. Να γυρίσει στις ρίζες της.
Έτσι πέρασε δύο χρόνια χωρίς να κυνηγάει το επόμενο χιτ, χρόνος πολύς για έναν καλλιτέχνη που θέλει να παραμείνει στην επικαιρότητα. Στην εποχή των αλγορίθμων, σχεδόν αδιανόητος. Ο Skepta όμως δεν φαίνεται να ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την επικαιρότητα. Το “That’s Not Me” δεν είχε την αισθητική μιας μεγάλης επιστροφής.
Το βίντεο κόστισε μόλις 80 λίρες.
Δεν υπήρχε η γυαλισμένη εικόνα ενός καλλιτέχνη που ετοιμάζεται να κατακτήσει την αγορά. Υπήρχε ο Skepta, ο αδελφός του JME, ένα beat, φίλοι, δρόμος και η αίσθηση ότι δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο. Η κίνηση ήταν μεγαλύτερη από ένα καλό τραγούδι. Ήταν πολιτιστική δήλωση. Μετά ήρθε το “Shutdown”. Και ξαφνικά το grime ήταν κάτι που οι άνθρωποι άκουγαν, έβλεπαν και τραγουδούσαν.
Αν υπάρχει κοινός παρονομαστής στην επιτυχία του Skepta ήταν το γεγονός ότι μπορούσε να σταθεί εξίσου πειστικά σε ένα στούντιο, σε μια μικρή σκηνή, στο Later… with Jools Holland ή δίπλα σε ένα punk συγκρότημα όπως οι Slaves. Το κοινό μπορεί να ήταν διαφορετικό κάθε φορά, αλλά εκείνος παρέμενε ίδιος. Δεν προσπάθησε να μεταφράσει τη μουσική του ώστε να γίνει αποδεκτή από τους άλλους. Έγινε επιδραστικός.
Γιατί οι επιδραστικοί είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν πρώτοι τη δυνατότητα αυτού που ήδη υπάρχει. Η grime γεννήθηκε στους δρόμους, στους πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, στα clashes, στις μικρές κοινότητες του Λονδίνου. Ο Skepta ήταν εκεί από νωρίς, πρώτα πίσω από τα decks και μετά μπροστά στο μικρόφωνο. Μαζί με τον JME έφτιαξαν έναν δικό τους δρόμο. Μουσική, ρούχα, αισθητική, επιχειρηματικές κινήσεις, μια ολόκληρη ταυτότητα που δεν περίμενε από τη βιομηχανία να της παραχωρήσει χώρο.
Αυτός ο τρόπος σκέψης φαίνεται και στον ίδιο τον ήχο του. Ο Skepta έχει μια σχεδόν παράδοξη ικανότητα να γράφει απλές φράσεις που κολλάνε στο μυαλό και ταυτόχρονα να κουβαλούν ολόκληρη την προσωπικότητά του. Δεν χρειάζεται περίπλοκες μεταφορές για να αποδείξει ότι είναι καλός MC. Η δύναμή του βρίσκεται στη σαφήνεια, στον ρυθμό, στον τρόπο που αφήνει μια φράση να κάθεται πάνω στο beat σαν να ήταν πάντα εκεί. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα καθαρό στο Konnichiwa. Αν το «That’s Not Me» ήταν η επιστροφή στις ρίζες, το “Shutdown” ήταν η κατάκτηση του δρόμου και η επανεμφάνιση του grime στο mainstream.
Φυσικά, η Νιγηρία είναι στον πυρήνα της δουλειάς του. Στο “Bullet from a Gun” ο Skepta μιλά για τη γέννηση της κόρης του και για μια επίσκεψη στη Νιγηρία, όπου κοιτάζει τον τάφο του παππού του και βλέπει πάνω στην πέτρα το οικογενειακό όνομα που κουβαλά και αυτός. Αλλού μιλά για τον πατέρα του και για την απόφαση του να αφήσει μια χώρα και να έρθει στη Βρετανία κυνηγώντας κάτι μεγαλύτερο. Δεν χρειάζεται να εξηγήσει την ιστορία της μετανάστευσης. Τη βάζει μέσα σε μια φράση.
Ίσως αυτή να είναι τελικά η αξία του ως καλλιτέχνης. Έκανε λάθη, δοκίμασε πράγματα που ενόχλησαν τους δικούς του ανθρώπους, πλησίασε το mainstream και απομακρύνθηκε, εξαφανίστηκε και επέστρεψε, έβαλε την grime δίπλα στην ποπ, στο hip-hop, στο afrobeat, στο punk και στη μόδα χωρίς να αισθανθεί ότι πρέπει να ζητήσει συγγνώμη για κάποια από αυτές τις μετακινήσεις.
Και το σημαντικότερο: άφησε χώρο στους επόμενους. Η σημερινή βρετανική rap, με καλλιτέχνες που μπορούν να κυκλοφορούν μουσική από το στούντιό τους και να τη δουν να φτάνει στα charts, δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Πίσω από αυτή την ελευθερία υπάρχει μια γενιά που έπρεπε πρώτα να αποδείξει ότι το κοινό ήθελε να την ακούσει. Και ανάμεσά τους ο Skepta ήταν ίσως ο πιο επίμονος.
Αυτός είναι και ο λόγος που έχει νόημα να τον δεις ζωντανά στο Off The Hook (11/9/26). Όχι μόνο για τα τραγούδια που γνωρίζει ήδη. Αλλά για να δει από κοντά έναν καλλιτέχνη που έχει περάσει από όλες τις εκδοχές της rap χωρίς να χάσει την αίσθηση του ποιος είναι. Από το πειρατικό ραδιόφωνο στις μεγάλες σκηνές, από το “That’s Not Me” των μόλις 80 λιρών στα μεγάλα στούντιο, από τις κατηγορίες ότι ξεπουλήθηκε μέχρι τη στιγμή που το ίδιο το mainstream αναγκάστηκε να τον αγκαλιάσει.